διανέω


διανέω
διανέω (Α) [νέω]
1. διαπεραιώνομαι κολυμπώντας
2. μτφ. διεξέρχομαι, επεξεργάζομαι
3. κλώθω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διανενευκότα — διανέω swim across perf part act neut nom/voc/acc pl διανέω swim across perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύσαντα — διανέω swim across aor part act neut nom/voc/acc pl διανέω swim across aor part act masc acc sg διανεύω nod aor part act neut nom/voc/acc pl διανεύω nod aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανένευκε — διανέω swim across perf imperat act 2nd sg διανέω swim across perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανένευκεν — διανέω swim across perf ind act 3rd sg διανέω swim across plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διένεον — διανέω swim across imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic aeolic) διανέω swim across imperf ind act 1st sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανενευκός — διανέω swim across perf part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανενευκόσιν — διανέω swim across perf part act masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανενευκότας — διανέω swim across perf part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανενευκότες — διανέω swim across perf part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανενευκότος — διανέω swim across perf part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.